Η υποχώρηση αποδείχθηκε πολύ πιο έντονη από τις αρχικές εκτιμήσεις
Μετά την ανάκαμψη του Ιουλίου στα προπολεμικά επίπεδα, η νέα κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή, σε συνδυασμό με την άνοδο του κόστους των καυσίμων, επανέφερε την καταναλωτική εμπιστοσύνη στα χαμηλά επίπεδα του έτους.
Τα προκαταρκτικά στοιχεία του Σεπτεμβρίου επιβεβαίωσαν τελικά την περαιτέρω επιδείνωση του καταναλωτικού κλίματος στις ΗΠΑ.
Η υποχώρηση αποδείχθηκε πολύ πιο έντονη από τις αρχικές εκτιμήσεις, καθώς ο δείκτης καταναλωτικού κλίματος του Πανεπιστημίου του Michigan κατρακύλησε στις 47,8 μονάδες, από 51,7 μονάδες τον Αύγουστο, ενώ οι αναλυτές ανέμεναν μικρότερη πτώση στις 51,0 μονάδες.

Ο δείκτης τρεχουσών συνθηκών υποχώρησε στις 50,9 μονάδες, από 51,9 τον προηγούμενο μήνα, ενώ ακόμη μεγαλύτερη ήταν η πτώση στον δείκτη προσδοκιών, ο οποίος διαμορφώθηκε στις 45,8 μονάδες, από 51,5 τον Αύγουστο, πλησιάζοντας πλέον ιστορικά χαμηλά επίπεδα.

Σημαντική επιδείνωση καταγράφηκε τόσο μεταξύ των Δημοκρατικών όσο και μεταξύ των Ρεπουμπλικάνων, ενώ οι ανεξάρτητοι δεν παρουσίασαν αξιοσημείωτη μεταβολή σε σχέση με τον Αύγουστο.
«Οι απόψεις για την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης επιδεινώθηκαν κατά περίπου 10% αυτόν τον μήνα και παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες από τον Φεβρουάριο του 2026, λίγο πριν από τη σύγκρουση στο Ιράν», δήλωσε η Joanne Hsu, διευθύντρια της έρευνας.
«Αξιοσημείωτο είναι ότι ακόμη και οι Ρεπουμπλικάνοι, οι οποίοι γενικά υποστήριζαν την οικονομική πολιτική της σημερινής κυβέρνησης, έχουν παρουσιάσει αξιοσημείωτη υποχώρηση της θετικής τους στάσης», πρόσθεσε.
Την ίδια ώρα, οι προσδοκίες των Αμερικανών για τον πληθωρισμό κατά το επόμενο έτος αυξήθηκαν στο 4,6%, από 4,0% τον Αύγουστο, καταγράφοντας την υψηλότερη μέτρηση από τον Ιούνιο.
Ωστόσο, τα επιμέρους στοιχεία ανά κομματική τοποθέτηση παρουσιάζουν αξιοσημείωτες διαφοροποιήσεις. Οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό μεταξύ των Δημοκρατικών υποχώρησαν, ενώ εκείνες των Ρεπουμπλικάνων και των ανεξάρτητων παρέμειναν αμετάβλητες. Παρ’ όλα αυτά, η συνολική μέτρηση των πληθωριστικών προσδοκιών αυξήθηκε στο υψηλότερο επίπεδο από τον Μάιο του 2026.
Παράλληλα, οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό σε ορίζοντα πέντε ετών παρέμειναν σταθερές, αν και οι επιμέρους απαντήσεις Δημοκρατικών και ανεξάρτητων κατέγραψαν υποχώρηση.
Σε ό,τι αφορά στην αγορά εργασίας, οι προσδοκίες δεν παρουσίασαν σημαντικές μεταβολές μέσα στον Σεπτέμβριο. Οι προβλέψεις για το ονομαστικό εισόδημα παρέμειναν στα επίπεδα του Αυγούστου, ενώ η αναμενόμενη πιθανότητα απώλειας της εργασίας μειώθηκε, αν και εξακολουθεί να βρίσκεται αισθητά πάνω από τον ιστορικό μέσο όρο.
Οι συνολικές προσδοκίες για την ανεργία υποχώρησαν επίσης, με το 61% των καταναλωτών να εκτιμά ότι η ανεργία θα αυξηθεί μέσα στο επόμενο έτος, έναντι 57% τον προηγούμενο μήνα και 65% πριν από έναν χρόνο.
Για πρώτη φορά από το 2023, η πλειονότητα των καταναλωτών αναμένει πλέον ότι τα επιτόκια θα κινηθούν χαμηλότερα μέσα στους επόμενους 12 μήνες. Παράλληλα, το ποσοστό εκείνων που προβλέπουν αύξηση των επιτοκίων διαμορφώθηκε στο 62% τον Σεπτέμβριο, από 49% τον Αύγουστο και μόλις 23% πριν από έναν χρόνο.
Οι καταναλωτές, επομένως, φαίνεται να εκτιμούν ότι η Federal Reserve θα χρειαστεί να αναλάβει δράση για την αντιμετώπιση των πληθωριστικών πιέσεων, καθώς η νέα άνοδος των τιμών των καυσίμων και οι εμπορικές εντάσεις δημιουργούν πρόσθετες πιέσεις στα εισοδήματα και στα νοικοκυριά.
Την ίδια στιγμή, οι προσδοκίες για τις επιχειρηματικές συνθήκες σε ορίζοντα πενταετίας παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητες, αλλά σε επίπεδα σημαντικά χαμηλότερα από τον ιστορικό μέσο όρο. Αυτό υποδηλώνει ότι, παρά την επιδείνωση των βραχυπρόθεσμων προοπτικών, οι καταναλωτές δεν θεωρούν ότι οι νέοι κίνδυνοι που εμφανίστηκαν τον Σεπτέμβριο έχουν επιβαρύνει περαιτέρω τη μακροπρόθεσμη εικόνα της οικονομίας.
Συνολικά, το καταναλωτικό κλίμα βρίσκεται πλέον 16% χαμηλότερα από τα επίπεδα του Φεβρουαρίου, πριν από την έναρξη της σύγκρουσης στο Ιράν, και 13% κάτω από τα επίπεδα πριν από έναν χρόνο.
Τέλος, η αύξηση των πραγματικών μισθών παραμένει αρνητική για πέμπτο συνεχόμενο μήνα, ενισχύοντας περαιτέρω τις πιέσεις που αντιμετωπίζουν τα αμερικανικά νοικοκυριά.

www.bankingnews.gr
Τα προκαταρκτικά στοιχεία του Σεπτεμβρίου επιβεβαίωσαν τελικά την περαιτέρω επιδείνωση του καταναλωτικού κλίματος στις ΗΠΑ.
Η υποχώρηση αποδείχθηκε πολύ πιο έντονη από τις αρχικές εκτιμήσεις, καθώς ο δείκτης καταναλωτικού κλίματος του Πανεπιστημίου του Michigan κατρακύλησε στις 47,8 μονάδες, από 51,7 μονάδες τον Αύγουστο, ενώ οι αναλυτές ανέμεναν μικρότερη πτώση στις 51,0 μονάδες.
Ο δείκτης τρεχουσών συνθηκών υποχώρησε στις 50,9 μονάδες, από 51,9 τον προηγούμενο μήνα, ενώ ακόμη μεγαλύτερη ήταν η πτώση στον δείκτη προσδοκιών, ο οποίος διαμορφώθηκε στις 45,8 μονάδες, από 51,5 τον Αύγουστο, πλησιάζοντας πλέον ιστορικά χαμηλά επίπεδα.
Σημαντική επιδείνωση καταγράφηκε τόσο μεταξύ των Δημοκρατικών όσο και μεταξύ των Ρεπουμπλικάνων, ενώ οι ανεξάρτητοι δεν παρουσίασαν αξιοσημείωτη μεταβολή σε σχέση με τον Αύγουστο.
«Οι απόψεις για την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης επιδεινώθηκαν κατά περίπου 10% αυτόν τον μήνα και παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες από τον Φεβρουάριο του 2026, λίγο πριν από τη σύγκρουση στο Ιράν», δήλωσε η Joanne Hsu, διευθύντρια της έρευνας.
«Αξιοσημείωτο είναι ότι ακόμη και οι Ρεπουμπλικάνοι, οι οποίοι γενικά υποστήριζαν την οικονομική πολιτική της σημερινής κυβέρνησης, έχουν παρουσιάσει αξιοσημείωτη υποχώρηση της θετικής τους στάσης», πρόσθεσε.
Την ίδια ώρα, οι προσδοκίες των Αμερικανών για τον πληθωρισμό κατά το επόμενο έτος αυξήθηκαν στο 4,6%, από 4,0% τον Αύγουστο, καταγράφοντας την υψηλότερη μέτρηση από τον Ιούνιο.
Ωστόσο, τα επιμέρους στοιχεία ανά κομματική τοποθέτηση παρουσιάζουν αξιοσημείωτες διαφοροποιήσεις. Οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό μεταξύ των Δημοκρατικών υποχώρησαν, ενώ εκείνες των Ρεπουμπλικάνων και των ανεξάρτητων παρέμειναν αμετάβλητες. Παρ’ όλα αυτά, η συνολική μέτρηση των πληθωριστικών προσδοκιών αυξήθηκε στο υψηλότερο επίπεδο από τον Μάιο του 2026.
Παράλληλα, οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό σε ορίζοντα πέντε ετών παρέμειναν σταθερές, αν και οι επιμέρους απαντήσεις Δημοκρατικών και ανεξάρτητων κατέγραψαν υποχώρηση.
Σε ό,τι αφορά στην αγορά εργασίας, οι προσδοκίες δεν παρουσίασαν σημαντικές μεταβολές μέσα στον Σεπτέμβριο. Οι προβλέψεις για το ονομαστικό εισόδημα παρέμειναν στα επίπεδα του Αυγούστου, ενώ η αναμενόμενη πιθανότητα απώλειας της εργασίας μειώθηκε, αν και εξακολουθεί να βρίσκεται αισθητά πάνω από τον ιστορικό μέσο όρο.
Οι συνολικές προσδοκίες για την ανεργία υποχώρησαν επίσης, με το 61% των καταναλωτών να εκτιμά ότι η ανεργία θα αυξηθεί μέσα στο επόμενο έτος, έναντι 57% τον προηγούμενο μήνα και 65% πριν από έναν χρόνο.
Για πρώτη φορά από το 2023, η πλειονότητα των καταναλωτών αναμένει πλέον ότι τα επιτόκια θα κινηθούν χαμηλότερα μέσα στους επόμενους 12 μήνες. Παράλληλα, το ποσοστό εκείνων που προβλέπουν αύξηση των επιτοκίων διαμορφώθηκε στο 62% τον Σεπτέμβριο, από 49% τον Αύγουστο και μόλις 23% πριν από έναν χρόνο.
Οι καταναλωτές, επομένως, φαίνεται να εκτιμούν ότι η Federal Reserve θα χρειαστεί να αναλάβει δράση για την αντιμετώπιση των πληθωριστικών πιέσεων, καθώς η νέα άνοδος των τιμών των καυσίμων και οι εμπορικές εντάσεις δημιουργούν πρόσθετες πιέσεις στα εισοδήματα και στα νοικοκυριά.
Την ίδια στιγμή, οι προσδοκίες για τις επιχειρηματικές συνθήκες σε ορίζοντα πενταετίας παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητες, αλλά σε επίπεδα σημαντικά χαμηλότερα από τον ιστορικό μέσο όρο. Αυτό υποδηλώνει ότι, παρά την επιδείνωση των βραχυπρόθεσμων προοπτικών, οι καταναλωτές δεν θεωρούν ότι οι νέοι κίνδυνοι που εμφανίστηκαν τον Σεπτέμβριο έχουν επιβαρύνει περαιτέρω τη μακροπρόθεσμη εικόνα της οικονομίας.
Συνολικά, το καταναλωτικό κλίμα βρίσκεται πλέον 16% χαμηλότερα από τα επίπεδα του Φεβρουαρίου, πριν από την έναρξη της σύγκρουσης στο Ιράν, και 13% κάτω από τα επίπεδα πριν από έναν χρόνο.
Τέλος, η αύξηση των πραγματικών μισθών παραμένει αρνητική για πέμπτο συνεχόμενο μήνα, ενισχύοντας περαιτέρω τις πιέσεις που αντιμετωπίζουν τα αμερικανικά νοικοκυριά.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών